Ιστορική Αναδρομή στην Ισοτιμία της Κυπριακής Λίρας
Η ισοτιμία της κυπριακής λίρας έναντι των ξένων νομισμάτων είχε πάντα ως στόχο τη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας, συμπεριλαμβανομένου του χαμηλού πληθωρισμού, μέσω μιας πολιτικής σταθερών ισοτιμιών, τη σύνδεση, δηλαδή, της κυπριακής λίρας είτε με ένα ξένο νόμισμα είτε με ένα καλάθι νομισμάτων. Για μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως αυτή της Κύπρου, η πολιτική σταθερών ισοτιμιών θεωρήθηκε ως το καταλληλότερο πλαίσιο συναλλαγματικής πολιτικής και, όπως διαφάνηκε από τη διαχρονική πορεία της οικονομίας, το πλαίσιο αυτό λειτούργησε με επιτυχία, τόσο σε σχέση με τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, όσο και σε σχέση με την εμπέδωση ενός σταθερού μακροοικονομικού περιβάλλοντος που συνέβαλε θετικά στην ανάπτυξη της οικονομίας.
Κατά την περίοδο 1960 – 1972 η κυπριακή λίρα ήταν συνδεδεμένη με την αγγλική λίρα. Μετά από την κατάρρευση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών «Bretton Woοds» το 1972 και τη συνεπακόλουθη διακύμανση της Αγγλικής λίρας, η κυπριακή λίρα συνδέθηκε με το δολάριο για μια μικρή χρονική περίοδο. Για την περίοδο 1973-1984, η κυπριακή λίρα συνδέθηκε με ένα καλάθι νομισμάτων σταθμισμένο στη βάση προέλευσης των εισαγωγών, ενώ για την περίοδο 1984 – 1992 χρησιμοποιήθηκε ένα καλάθι νομισμάτων σταθμισμένο στη βάση της γεωγραφικής δομής του εμπορίου της Κύπρου.
Στις 19 Ιουνίου 1992, η Κυπριακή λίρα συνδέθηκε με το ecu με κεντρική ισοτιμία ΚΛ1 = 1,7086 ecu και περιθώρια διακύμανσης ±2.25%. Παρόλο που η σύνδεση με το ecu δεν αντικατόπτριζε πλήρως τη γεωγραφική δομή του εμπορίου της Κύπρου, η μονομερής σύνδεση της λίρας με το ευρωπαϊκό νόμισμα αποτελούσε ένα σημαντικό καταλύτη για τις προσπάθειες ενίσχυσης της σύνδεσης της κυπριακής οικονομίας με τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Επιπλέον, η σύνδεση της κυπριακής λίρας με το ecu συνεισέφερε και στη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας της Κύπρου, και κατ’ επέκταση στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας.
Την 1 Ιανουαρίου 1999, μετά από πολύχρονη επιτυχημένη σύνδεση με το ecu, η Κυπριακή λίρα συνδέθηκε με το ευρώ με την ίδια κεντρική ισοτιμία, δηλαδή 1CYP = 1,7086 ευρώ και με περιθώρια διακύμανσης ±2,25%. Η εντατικοποίηση της ελευθεροποίησης της διακίνησης κεφαλαίων και η συνεπακόλουθη αύξηση της πιθανότητας δυνητικά αποσταθεροποιητικών κερδοσκοπικών κινήσεων κεφαλαίων, ώθησαν τις Νομισματικές Αρχές την 1η Ιανουαρίου 2001, να διευρύνουν τα περιθώρια διακύμανσης στο ±15%. Παράλληλα, όμως, τα στενότερα περιθώρια διακύμανσης ±2,25%, διατηρήθηκαν ως «άτυπα ή ενδεικτικά» περιθώρια, έτσι ώστε να αποφευχθούν τυχόν πληθωριστικές εξελίξεις. Η διεύρυνση του περιθωρίου διακύμανσης στο ±15% συνέπεσε με την εφαρμογή δυο πολύ σημαντικών διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία της Κύπρου. Πρώτο, της κατάργησης του προβλεπόμενου από το νόμο ανώτατου ύψους επιτοκίου, την οποία ακολούθησε άμεσα η χαλάρωση των περιορισμών για μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο δανεισμό σε συνάλλαγμα από Κυπρίους, και, δεύτερο, της εισαγωγής νέας διαδικασίας καθορισμού της ισοτιμίας της κυπριακής λίρας με βασικά διεθνή νομίσματα, η οποία αντικατέστησε την παλιά διαδικασία διοικητικής ρύθμισης της ισοτιμίας, έτσι ώστε πλέον σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της ισοτιμίας να διαδραματίζουν οι δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς.
Οι εξελίξεις κατά το 2001 οδήγησαν στις 13 Αυγούστου 2001 στην κατάργηση των στενότερων περιθωρίων διακύμανσης ±2,25%, ώστε έκτοτε μόνο τα περιθώρια ±15% να ισχύουν. Συγκεκριμένα, η κατάργηση των περιορισμών στο μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο δανεισμό σε ξένο νόμισμα από μόνιμους κάτοικους Κύπρου την 1 Ιανουαρίου 2001, ώθησε ιδιώτες και επιχειρήσεις στο δανεισμό σε ξένο νόμισμα, κυρίως ευρώ, εκμεταλλευόμενοι τη διαφορά επιτοκίου μεταξύ δανεισμού σε ευρώ και δανεισμού σε κυπριακή λίρα. Αυτό δημιούργησε πιέσεις ανατίμησης της λίρας στη συναλλαγματική της ισοτιμία.
Η απόφαση της κατάργησης των στενότερων περιθωρίων διακύμανσης της κυπριακής λίρας λήφθηκε ταυτόχρονα με απόφαση για μείωση του επιτοκίου κατά 50 μονάδες βάσης. Αυτό θεωρήθηκε απαραίτητο για την αντιμετώπιση των αναμενόμενων αρνητικών επιπτώσεων στην Κυπριακή οικονομία από την κάμψη της διεθνούς οικονομίας το 2001. Η μείωση αυτή συνέτεινε επίσης στη σμίκρυνση της διαφοράς μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού σε ευρώ και σε κυπριακή λίρα και, ως επακόλουθο, η τάση δανεισμού από Κυπρίους σε ξένο νόμισμα μειώθηκε αισθητά.
Τα επιτόκια μειώθηκαν περαιτέρω το Σεπτέμβριο και Νοέμβριο 2001 κατά 50 μονάδες βάσης την κάθε φορά, ως επακόλουθο των γεγονότων που ακολούθησαν τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.
Την 1 Μαϊου 2004, η Κύπρος έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που προηγήθηκε της ένταξης, περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την ελευθεροποίηση του λογαριασμού κεφαλαίων που έγινε ομαλά χωρίς να προκληθούν πιέσεις στην ισοτιμία της Κυπριακής λίρας. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσαν οι ανυπόστατες φήμες που έφεραν την κυπριακή λίρα να υποτιμάται αμέσως μετά την ένταξη, οι οποίες οφείλονταν, κυρίως, στο έντονα φορτισμένο κλίμα των ημερών που προηγήθηκαν και ακολούθησαν το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν στις 24 Απριλίου 2004. Η Κεντρική Τράπεζα αντέδρασε στις φήμες αυτές με αύξηση των επιτοκίων κατά 100 μ.β, αλλά και με κατηγορηματική ανακοίνωση του Διοικητή, κινήσεις που εξουδετέρωσαν τις φήμες για υποτίμηση.
Τα επιτόκια κρατήθηκαν σταθερά για περίπου δέκα μήνες, ως αποτέλεσμα των εγχώριων αλλά και των διεθνών εξελίξεων. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 2004, η κυπριακή οικονομία παρουσίασε σημάδια ανάκαμψης, παρά τη σημαντική αύξηση στην τιμή του πετρελαίου, που είχε αρνητικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Το Φεβρουάριο 2005, η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής (ΕΝΠ) αποφάσισε τη μείωση των επιτοκίων κατά 25 μ.β. μετά και την περαιτέρω διαφανείσα Δημοσιονομική εξυγίανση.
Στις 2 Μαΐου 2005 η κυπριακή λίρα εντάχθηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) ΙΙ, με κεντρική ισοτιμία ΛΚ£1 = €1,7086 ή €1=ΛΚ 0,585274, και περιθώρια διακύμανσης ±15%. Πρέπει να σημειωθεί ότι, τόσο η κεντρική ισοτιμία όσο και τα περιθώρια διακύμανσης, είναι εκείνα που ίσχυαν πριν την επίσημη ένταξη της λίρας στο ΜΣΙ ΙΙ. Η συμμετοχή της λίρας στο ΜΣΙ ΙΙ επιβεβαίωσε την ορθότητα τής συναλλαγματικής ισοτιμίας σε σχέση με τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, και, ταυτόχρονα, έθεσε τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω σύγκλιση των επιτοκίων. Στους μήνες που ακολούθησαν η Κεντρική Τράπεζα προέβη σε δύο μειώσεις των επιτοκίων συνολικού ύψους 1,00 εκατοστιαίων μονάδων.
Στις 10 Ιουλίου 2007, η κυπριακή λίρα κλειδώθηκε με το ευρώ στην κεντρική ισοτιμία €1=£0,585274. Η συνέχιση της εφαρμογής μιας σωστής συναλλαγματικής πολιτικής με τη βοήθεια μιας πειθαρχημένης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής οδήγησαν στην απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ να καθορίσει την κεντρική ισοτομία ως την αμετάκλητη τιμή μετατροπής της κυπριακής λίρας σε ευρώ και να επιτρέψει στην Κύπρο να υιοθετήσει το ευρώ την 1 Ιανουαρίου 2008.
Την 1 Ιανουαρίου 2008, η κυπριακή λίρα θα πάψει να είναι το νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.